Αναβίωσε ο “ΖΑΜΑΝΤΑΣ” στην Πεντάπολη Σερρών

Ο χώρος αυτός τα πολύ παλιά χρόνια αποτελούσε το κέντρο (ακρόπολη) των γύρω οικισμών και εδώ βρισκόταν η κατοικία του άρχοντα της περιοχής [Μπεϊλικ(ι)]. Στην πλατεία αυτή ακολουθεί λαϊκό πανηγύρι που ανοίγει με το χορό του «Ζάμαντα» κατά τη διάρκεια του οποίου χορεύουν όλοι γέροι και νέοι και τελειώνει όταν κάποιος, συνήθως από τους προύχοντες φωνάζει: Αϊντε κάηκαν τ’ αρνούδια (αρνιά). Αυτό σημαίνει ότι όλοι οι κάτοικοι με τους φιλοξενούμενους πρέπει να πάνε για φαγητό και το απόγευμα να συνεχίσουν το γιορτασμό.

Για τις ρίζες του εθίμου αυτού και ιδιαίτερα του χορού «Ζάμαντα» υπάρχουν διάφορες εκδοχές.

Σε μία από αυτές η φαντασία των απλοϊκών κατοίκων της περιοχής έπλασε ένα μύθο. Δημιούργησε ένα φανταστικό αχόρταγο τέρας – δράκο τη «Λάμια». Αυτή φύλαγε το «τρανό σουλνιάρ(ι)» δηλαδή μια πηγή νερού με βρύσες, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να φοβούνται να πάρουν νερό και να είναι έτσι καταδικασμένοι σε λειψυδρία. Ερχεται λοιπόν ο γενναίος ήρωας – το δυνατό παλικάρι – το αρχοντόπουλο της περιοχής – ο «Ζάμαντας» και σκοτώνει το θεριό την «Λάμια ή δράκο» και το πολύτιμο νερό πλημμυρίζει με ζωή τη γύρω περιοχή.

zam4.jpg

Μια άλλη εκδοχή που προκύπτει από την μελέτη της ιστορικής παράδοσης και τον πλούτο των δημοτικών τραγουδιών μας ως Ελληνικό έθνος, μας παραπέμπει στις επικές διηγήσεις άλλων εθνών της ανατολής. Συναντούμε  θέματα με μονομαχίες και σκληρές πάλες μεταξύ πατέρα και γιού ή αδελφιών που λόγω αιχμαλωσίας ή άλλων τραγικών και δύσκολων συνθηκών που επικρατούσαν δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους και μονομαχούσαν μέχρι θανάτου του ενός. Στα ακριτικά τραγούδια, επίσης έχουμε τον θάνατο του Διγενή μετά από σκληρή πάλη με τον Χάρο και άλλες παραλλαγές τέτοιων τραγουδιών όπως ‘’το πάλεμα του Τσαμαδού με τον γιο του’’.(Νικ. Γ. Πολίτης. Δημοτικά τραγούδια. Εκλογαί από τα τραγούδια του Ελληνικού λαού. Αθήναι, εκδόσεις Ιστορική Έρευνα). Πιθανόν το τραγούδι του ‘’Ζάμαντα’’ να αποτελεί μια παραλλαγή αυτών των τραγουδιών.
Ίσως όμως να αποτελεί και κάποιο παρόμοιο πραγματικό γεγονός που συνέβη στην περιοχή και έτσι θέλουν να το αισθάνονται, να το βιώνουν και να το μεταφέρουν από γενιά σε γενιά οι άνθρωποι του χωριού.
Μία εκδοχή που προέρχεται από διηγήσεις παλαιών κατοίκων φαίνεται να ενισχύει την άποψη αυτή. Έχει τις ρίζες της στην περίοδο παρακμής του Βυζαντίου και της κυριαρχίας των Οθωμανών. Όταν οι κάτοικοι του χωριού γιόρταζαν χορεύοντας και πανηγυρίζοντας μετά την Ανάσταση τον ερχομό της άνοιξης έτσι όπως συνήθιζαν να κάνουν πολλά χρόνια, τότε οι αλλόθρησκοι κατακτητές με διάφορα προσχήματα προκαλούσαν τους χριστιανούς δημιουργώντας πολλές φορές σοβαρά επεισόδια. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να σταματούν οι θρησκευτικές και λαϊκές εκδηλώσεις «Χαλνούση του παναήρ(ι)» η προσμονή των οποίων και η προετοιμασία για αυτές ήταν ιδιαίτερα σημαντικές για τη ζωή ολόκληρου του χωριού.

Κατά τη διάρκεια λοιπόν ενός τέτοιου μεγάλου πανηγυριού όλος ο κόσμος ήταν πιασμένος στο χορό «τρία κάτια χουρός γένουνταν» δηλαδή χόρευε τόσος κόσμος ώστε να έχουν σχηματιστεί τρεις ομόκεντρες κυκλικές σειρές με την ελπίδα πως αυτή τη φορά το πανηγύρι τους θα ολοκληρώνονταν έτσι όπως το ήθελαν. Ξαφνικά όμως αντιλαμβάνονται να ανηφορίζει και να πλησιάζει το βάρβαρο μπουλούκι των άπιστων Οθωμανών. Εξαγριωμένοι αυτοί χτυπώντας και βρίζοντας τους κατοίκους ήθελαν και πάλι να τους «χαλάσουν» τη γιορτή. Ηταν γνωστή αυτή η τακτική ορισμένων βαθμοφόρων Οθωμανών προς τους Χριστιανούς διαφόρων περιοχών με σκοπό να τους εξαναγκάσουν σε εξισλαμισμό ή να επωφεληθούν από αρπαγές φόρων και περιουσιών.

Να όμως που ένας λεβέντης δεν ανέχτηκε τις αφόρητες προκλήσεις και τραμπουκισμούς των απίστων και ξεπετάχτηκε μέσα από το πλήθος που ήταν συγκεντρωμένο – ένα δυνατό και ψυχωμένο παλικάρι. Ηταν γιος μιας χήρας μάνας και προτάχθηκε για να αναμετρηθεί στην προκλητική πρόσκληση του Οθωμανού αρχινταή που δρούσε στην περιοχή. Αυτός ο βάρβαρος Οθωμανός ήταν γνωστός, ή τον αποκαλούσαν με το όνομα «Ζάμαντα» (πιθανόν η ονομασία αυτή να προήλθε από τις οθωμανικές λέξεις Jantarma = χωροφύλακας και Jantarmalik = το επάγγελμα του χωροφύλακα – νταηλίκι – τραμπουκισμός).
Άρχισαν τότε να χτυπιούνται κάτω από τα τρομαγμένα και ανήσυχα βλέμματα όλων και τις σπαρακτικές παρακλήσεις της μάνας. Ο αγώνας όμως ήταν άνισος για το νέο γιατί με δόλιο τρόπο (κρατούσε ο Ζάντας δεντρί ξεριζωμένο, λέει ο στίχος του τραγουδιού) κατάφερε να τον χτυπήσει θανάσιμα. Το τι επακολούθησε τότε μπορούμε να το φανταστούμε. Στην αρχή πανικός και ξεφωνητά του πλήθους, καθώς έβλεπαν το παλικάρι που ξεψυχούσε πλημμυρισμένο στα αίματα στη σπαρακτική αγκαλιά της μάνας του.

zam1.jpg

Οι βάρβαροι αναστατωμένοι από την ανέλπιστη αυτή τη φορά εξέλιξη της επιδρομής τους αποχωρούσαν βιαστικά φοβούμενοι κάποιο επεισόδιο αντεκδίκησης.

Το σοβαρότατο και δυσάρεστο αυτό γεγονός μαθεύτηκε σε όλη την περιφέρεια και πιθανόν να αποτέλεσε αιτία για εντονότατες διαμαρτυρίες προς το Σουλτάνο της Υψηλής Πύλης. Για να αποφύγουν οι κατακτητές αντιδράσεις και επεισόδια παρεχώρησαν προς τους κατοίκους ιδιαίτερα προνόμια ελευθερίας, ιδιοκτησιών, φόρων κλπ. Από τότε αρχίζει για τον τόπο μια καλύτερη ζωή. (Η περιοχή σε απογραφές του 13ου– 14ου αιώνα έχει σημαντικό οικονομικό ενδιαφέρον και ειδικό ιδιοκτησιακό καθεστώς, έναντι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας).
Σε ανάμνηση της θυσίας του νέου και ως ελάχιστο φόρο τιμής οι άνθρωποι του χωριού μετέβαλαν τα συναισθήματά τους σε λόγο (τραγούδι), κίνηση και μελωδία προϊόντα της λαϊκής δημιουργίας. Έτσι η λαϊκή μούσα θέλοντας να υμνήσει το γενναίο παλικάρι δημιουργεί στίχους και τραγουδά το «Ζάμαντα».

           «  Ο Υ    Ζ Α Μ Α Ν Τ Α Σ  »

Του παναϋρι  γένιτι¹
μιγάλου παναϋρι.
Αράδα2 κάντιν3 άρχουντις
αράδα κι παπάδις.

Αράδα κι φτουχουλουγιά
στουν ήλιου, στουν προυσήλιου4.
Σν΄αράδα τ΄αρχουντόπουλα
μι χέρια σταυρουμένα.

Διψούν οι μάνις  για  νιρό
κι τα πιδιά για γάλα.
Όλνοι του Θιό παρακαλούν,
τουν Κύριου δοξάζουν.

Κύριι μην έρθει ου Ζάμαντας
χαλνά του παναϋρι.
Κι λόγου δεν επλήρουσι
κι συντυχιά δεν του’χι.

Κι ου Ζάμαντας απόφτασι5
σαν φίδι πυρουμένου.
Κρατεί δεντρί στου χέρι του
δεντρί ξιριζουμένου.

Βάζει τιλάλ(ι)6 κι φώναξι
στη μέσ(η) στου παναϋρι.
Ποιος είνι άξιους κι άγουρους,7
ποιος είνι παλικάρι.
να βγη για να παλαίψουμι
στη μέσ(η) στου παναϋρι.

Κανείς δεν ‘ πιλουγήθηκι8
Απ΄ όλ(ου) του παναϋρι.

Μόν΄ τσ΄ χήρας γιος ‘ πλουγήθηκι
τσ΄ χήρας του παλικάρι.

Ιβγήκι κι πινεύτικι9
μέσα στου παναϋρι.

Ιγώ μι άξιους κι άγουρους
Ιγώ ‘ μι παλικάρ,
να βγω για να παλαίψουμι
στη μέσ(η) στου παναϋρι.

Κάτσι πιδίμ΄ μη πιάνισι
μι Ζάμαντα μη βγαίνεις.

 Ιψές10 κι σι ουνειρεύτηκα
χαμνό11 νειρου σι είδα.
Είδα τουν ουρανό θουλό
κι τ’  άστρα ματουμένα1.

Μι του θηρίου πιάστικι
μι του θηριό παλεύει.
Απ΄τα μαλλιά τουν άρπαξι
στα μάρμαρα τουν κρούει13.

Γιμίζ΄ου τόπους γαίματα
τα μάρμαρα κουμμάτια.

Κι η μάνα του τουν έκλιγι
κι μάνα του τουν λέει.

 Δεν σ΄ ίλιγα  ν-ιγώ,  ν-ιγιέ  μ΄
ν-ιγιέ μ΄ νι-παλικάρι  μ΄,
μι Ζάμαντα μη πιάνιση,
σ΄του παναϋρ’  μη βγαίνεις

Γιατί πιδί μ΄ δεν μι άκουσις
του όνειρου που σ΄ είδα.

Έχασις τώρα τα νιάτα σου
και την παλικαριά σου.

Η λαϊκή ψυχή και ο αυθορμητισμός των ανθρώπων συνθέτει ένα ιδιαίτερο ρυθμό και κινητικό μοτίβο που συνοδεύουν το «Ζάμαντα». Οι πρωτοστατούντες στο χορό είναι όλοι με τις τοπικές γιορτινές φορεσιές τους.
Οι άντρες μπροστάρηδες πάντα στο χορό του «Ζάμαντα» με το λευκό γαρίφαλο στο πέτο πριν σύρουν το χορό βγάζουν με περηφάνια το προικιάτικο μαντήλι της μάνας και το ανεμίζουν.
Οι γυναίκες φορούν και αυτές την επίσημη φορεσιά τους. Το μεταξωτό φουστάνι με την κεντητή ποδιά. Στο κεφάλι φορούν μαντηλοδέση μεταξωτό και στο δεξί αυτί στερεώνουν τη «Φαντακιά» (μερικά ανθισμένα αγριολούλουδα τα οποία συνήθιζαν να στέλνουν τα παλικάρια προς τις ελεύθερες κοπέλες ως ένδειξη συμπάθειας και κρυφού πόθου). Στη μέση τους έχουν πιασμένο στη ζώνη μεταξωτό μαντήλι και στο στήθος κρεμασμένες χρυσές αλυσίδες σε διπλές και τριπλές σειρές με τις χρυσές ντούμπλες και τα φλουριά (ένδειξη κοινωνικής και οικονομικής καταγωγής).

Τα χρώματα που κυριαρχούν στις φορεσιές το βαθύ μπλε, το βυσσινί, το πράσινο, το μοβ, το μπορντό, το βιολετί, όλα σε επιβλητικές σκούρες αποχρώσεις και μεταξωτή ύφανση.
Τα όργανα, οι ζουρνάδες και το νταούλι ορίζουν με χαρακτηριστικούς ήχους το ξεκίνημα και ο ‘’ζάμαντας’’ αρχίζει. Ο ρυθμός του αργός, βαρύς, λεβέντικος, περήφανος, καρτερικός.
Ο νταουλτζής, πάντα κοντά και μπροστά από τον πρώτο χορευτή σε μια περίεργη μυσταγωγική κινητική και ρυθμική επικοινωνία. Λίγο πιο πίσω πάντα οι ζουρνάδες, παίζοντας την αργή μελωδία του ‘’ζάμαντα’’, συντελούν στη δημιουργία μιας εκστατικής ατμόσφαιρας. Τα βλέμματα και η προσοχή όλων στραμμένα στον ιδιαίτερο αυτό χορό. Τον χορεύουν μόνο άντρες. Πρώτοι ξεκινούν το χορό οι γεροντότεροι, οι πιο αξιοσεβούμενοι και μερακλήδες κάτοικοι του χωριού και ακολουθούν οι νεότεροι. Αφού χορέψουν οι άντρες που μπορούν τον αργό ζάμαντα, το νταούλι και οι ζουρνάδες δίνουν χωρίς διακοπή πιο γρήγορο ρυθμό και η ατμόσφαιρα αλλάζει. Τον πρώτο λόγο παίρνουν τώρα οι γυναίκες. Πρώτες πιάνουν με περηφάνια και καμάρι οι αρχόντισσες και ακολουθούν οι νεότερες. Είναι τιμή για κάθε κοπέλα να χορέψει μπροστέλα στο χορό στην πλατεία την ημέρα αυτή του «Ζάμαντα». Πιστεύουν ότι η χρονιά θα είναι τυχερή για αυτές.
Οι χορευτικές φιγούρες και κινήσεις του χορού του «Ζάμαντα» είναι και αυτές πολύ ιδιαίτερες. Μόνο ο πρώτος χορευτής σέρνει το χορό πιασμένος με το μαντήλι από το δεύτερο στη σειρά. Ο δεύτερος συνήθως είναι πιο νεότερος ή δυνατότερος για να τον υποβαστάζει με το μαντήλι κατά την εκτέλεση των κινήσεων. Πολλές φορές ο γιος κρατούσε τον πατέρα. Οι υπόλοιποι συνοδεύουν μιμούμενοι κάποιες κινήσεις του πρώτου.
Κάθε πρωτοχορευτής έχει τη δική του χαρακτηριστική χορευτική φόρμα. Αυτοσχεδιάζει και καθιερώνει ένα ιδιαίτερο προσωπικό κινητικό μοτίβο το οποίο ακολουθούν και όσοι απόγονοί του αγαπούν το χορό. Οι κινήσεις του σώματος είναι δυναμικές και ελεύθερες αλλά συγκρατημένες. Χαρακτηριστικά τα βαθιά καθίσματα με λυγισμένα γόνατα και  η αναδίπλωση των ποδιών σε ψηλό ή χαμηλό επίπεδο.
Οι κινήσεις των ποδιών εμπρός αριστερά και δεξιά με πάτημα του εμπρός πέλματος πάντοτε αργά και σταθερά. Το δεξί χέρι πότε τεντωμένο και πότε λυγισμένο στον αγκώνα με την παλάμη ανοιχτή και τα δάχτυλα ενωμένα σε χαιρετισμό. Με ελεύθερες αργές κινήσεις αριστερά, δεξιά και εμπρός λες και παίρνει την εντολή της κίνησης από τον ήχο της λεπτής νταουλόβεργας, ενώ το «τοκμάκι» ο κόπανος του νταουλιού κινεί τα πόδια.

Ο αυτοσχεδιασμός είναι το κυρίαρχο στοιχείο των πρώτων χορευτών σε συνδυασμό πάντα με τους οργανοπαίχτες.
Λίγοι υπήρξαν οι οργανοπαίχτες που είχαν την ικανότητα να συνεκτελούν το «Ζάμαντα» μαζί με τους πρώτους χορευτές και τους ίδιους καλούσαν κάθε χρόνο για το πανηγύρι. Εχουν αναφερθεί τα ονόματα ως καλύτερων οργανοπαιχτών των οικογενειών των Γόρα και Χίντζιου.

Αλλοι τόσοι λίγοι ήταν και αυτοί που μπορούσαν να σύρουν το χορό του ζάμαντα πρώτοι. Εχουν αφήσει εποχή ως άριστοι χορευτές του «Ζάμαντα» και μνημονεύονται μέχρι και σήμερα οι παππούδες Λασπάς Χρήστος, Χατζής Δημήτριος ή Κουτσοφώτας, Τσικαμπάκας Απόστολος, Μπουζούκας Κωνσταντίνος, Τσιλίκας Θεοχάρης Μπαδέκας (Μπαμπάτσης) Γεώργιος, ο μπαρμπα Μαργαρίτης.
Ενα άλλο ιδιαίτερο στοιχείο του χορού «Ζάμαντα» σχετικό με το ρυθμό και τη μελωδία του στίχου του τραγουδιού που προκύπτει από την έρευνα και έχει καταγραφεί είναι το εξής: Ενώ χορεύονταν και χορεύεται μόνο από άντρες όπως έχει περιγραφεί παραπάνω, οι γυναίκες το τραγουδούσαν τα παλαιότερα χρόνια καθιστά, σε συγκεντρώσεις σχόλης με ρυθμό αργού συρτού.
Σημαντικό επίσης στοιχείο που έχει σχέση με την κοινή καταγωγή των Νταρνάκιδων και ενισχύει την άποψη της κοινής διαβίωσης και συνύπαρξής τους σε μια ευρύτερη έκταση της περιοχής μας, πριν την μετοίκησή τους στις σημερινές θέσεις των χωριών, είναι και το εξής.
Έχουν και γιορτάζουν σχεδόν τους ίδιους προστάτες Αγίους.

  • Παρόμοιο έθιμο και χορό γιορτάζουν και στο Νέο Σούλι. Του Άγίου Γεωργίου, μετά την περιφορά των  ιερών εικόνων γίνετε αναπαράσταση του εθίμου της ‘’δρακοκτονίας’’ από τον « Άϊ Γιώργη» και απελευθέρωση των υδάτων. Ο πρώτος χορός που χορεύουν είναι αργός. Μερικοί από τους παλιούς κατοίκους έλεγαν ότι ο ‘’Ζάμαντας’’ ήταν παλικάρι από το χωριό τους.
  • Στο Χρυσό και το Άγιο Πνεύμα επίσης χορεύουν τον «παλιό χουρό», έναν χορό με πολύ βαρύ και αργό ρυθμό. Πιθανόν η ονομασία του χορού ‘’Ζάμαντας’’ να προκύπτει από τις Οθωμανικές – Τούρκικες λέξεις( Zaman (ουσ.) = χρόνος, καιρός, εποχή ), δηλ. χορός από τα παλιά χρόνια ή της παλιάς εποχής. ’’Πέρασαν χρόνια και ζαμάνια ‘’ συνήθιζαν να λένε οι παλαιοί κάτοικοι στις διηγήσεις τους.

 Επίσης από το σύγχρονο Τουρκικό λεξικό οι λέξεις Zamandas και Zamane (επίθ.) = σύγχρονος, ισόχρονος, σημερινός.

Τα τελευταία χρόνια δυστυχώς ο χορός του ζάμαντα για λόγους πρακτικούς απλοποιήθηκε χωρίς προηγούμενη μελέτη της βαθύτερης υπόστασής του και έχασε την ψυχή του. Αλλοιώθηκαν σχεδόν όλα τα δομικά του στοιχεία. Σε πολλούς Πενταπολίτες δε θυμίζει τίποτα από το «Ζάμαντα» που ακούγαμε και βλέπαμε να χορεύουν οι παππούδες μας.
Σκοπός της ανακοίνωσης της εργασίας μου αυτής είναι να καταγραφεί ο ιδιαίτερος αυτός χορός του «Ζάμαντα» με τα πραγματικά δομικά του στοιχεία. Αυτά που προκύπτουν ύστερα από πολύχρονη μελέτη και έρευνα, συμμετοχική παρατήρηση και διηγήσεις – καταθέσεις μνήμης στην περιοχή από την οποία και κατάγομαι. Αποτελούν δε προϊόντα της λαϊκής δημιουργίας των κατοίκων της Πεντάπολης και εκφράσεις που αντικαθρεφτίζουν την ελληνική ψυχή τους σ’ αυτή τη συγκεκριμένη εκδήλωση.
Πρέπει όλοι να τον διδάσκουμε στα παιδιά μας, όπως και όλα τα ήθη και έθιμα του τόπου μας και να τα αγκαλιάζουμε με την παρουσία και την συμμετοχή μας σε αυτά. Μόνο έτσι θα διασωθούν και θα αποτελούν τιμή και δόξα για τους προγόνους μας αλλά και για όλους μας.
Η μελέτη αυτή ανακοινώθηκε και παρουσιάστηκε με οπτικοακουστικό υλικό (προβολή διαφανειών και συμμετοχή της χορωδίας του συλλόγου Νταρνακοχωριτών) στις εργασίες του 2ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Λαϊκού Πολιτισμού (Μελωδία-Λόγος-Κίνηση) που διοργανώθηκε από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, (Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού Σερρών) και τον Δήμο Σερρών στις 2 – 4 Νοεμβρίου 2001 στις Σέρρες.

Κοινοποίηση
  •  
  •  
  •  
  • 0
  •  
  •