Μυθολογία και ιστορία για τον Αγγίτη


Του Νίκου Θεοδοσιάδη
Εκπαιδευτικός

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, ο Πλούτωνας, ο θεός του Άδη, όταν έκλεψε την Περσεφόνη, κόρη της θεάς Δήμητρας, την οδήγησε στη φυσική διώρυγα του φαραγγιού, όπου βρίσκεται η Πύλη του Κάτω Κόσμου. Σχετικά με τον Πλούτωνα ένας ομηρικός ύμνος λέει: «με τη συγκατάθεση του Δία έκλεψε την Περσεφόνη, την κόρη με το ανάλαφρο βήμα, καθώς έπαιζε με τις φιλενάδες της, μαζεύοντας λουλούδια μέσα σ’ ένα λιβάδι. Ρόδα, κρόκους, ωραίες βιολέτες, υάκινθους κι ένα νάρκισσο, που η Γη θέλοντας να εξυπηρετήσει τον αχόρταγο Άδη, τον γέννησε και εξαπάτησε μ’ αυτόν τη ροδαλή παρθένα. Ο νάρκισσος ήταν τόσο ωραίος, τόσο φανταχτερός που θα τον θαύμαζαν όλοι οι άνθρωποι και όλοι οι θεοί. Απ’ τη ρίζα του έβγαιναν εκατό μίσχοι. Το γλυκό του άρωμα γέμιζε με χαρά τον ουρανό, τη γη και την αλμυρή άβυσσο των θαλασσών. Κατάπληχτη η κόρη, άπλωσε τα δυο της χέρια για να κόψει το όμορφο λουλούδι, αλλά την ίδια στιγμή η πλατυστήθα Γη άνοιξε την κοιλάδα του Αγγίτη (= Νύσσιον πεδίον) και ο Πλούτωνας, ο γιος του Κρόνου, ξεπετάχτηκε από το άνοιγμα με τα αθάνατά του άλογα. Την άρπαξε και παρά την αντίστασή της την κουβάλησε στο χρυσό του άρμα και την πήρε μαζί του. Εκείνη τότε με δυνατές κραυγές κάλεσε σε βοήθεια τον υπέρτατο άρχοντα, τον παντοδύναμο Δία, μα κανένας θεός, ούτε θνητός άκουσε τις κραυγές της, ούτε τις φωνές των κοριτσιών που ήταν μαζί της».

Σύμφωνα με ένα χαμένο σατυρικό δράμα του Ευριπίδη, ο Ηρακλής που δούλευε σαν δούλος στα αμπέλια του σκληρού Συλέα (άγριος αμπελοκτήμονας που ζούσε στην Φυλλίδα), μετά από ένα γλέντι και αφού ο ήρωας καλόφαγε, γύρισε το ρέμα ενός ποταμού (του Αγγίτη;) καταπάνω στα κτήματα και στα σπίτια του Συλέα και τα πλημμύρισε.

Τον Αγγίτη σαν παραπόταμο του Στρυμόνα, τον αναφέρει πρώτος ο Ηρόδοτος. Το όνομα άγνωστης σημασίας, πρέπει να είναι όπως και του Στρυμόνα θρακικό (Αγγίτη, θρακικό επώνυμο της Άρτεμης. Γάγγα ποταμίσια θεότητα και γαγγάμη εργαλείο των ψαράδων της Θράκης).

Ο Κουζινερύ, ο Δήμιτσας κ.ά. τον αποκαλούν Αγγίτα και Αγγίστα, απ’ το ομώνυμο παραποτάμιο χωριό, που αντίθετα πήρε το όνομά του απ’ αυτόν.

Στην ίδια περιοχή αναφέρονται απ’ τους αρχαίους και δυο άλλα ποτάμια, ο Γαγγίτης ( λέξη συγγενική με το Γάγγης ) και ο Ζυγάκτης ή Ζυγοστός ( από τη λέξη ζυγός, που συνδέεται με το σπασμένο άξονα του αμαξιού του Πλούτωνα, με το οποίο άρπαξε την Περσεφόνη στην κοιλάδα του Αγγίτη).Ο πρώτος, ταυτίζεται με το ρέμα του Νευροκοπίου (Κουρού- ντερέ) που μπαίνει απ’ τα δεξιά στον Αγγίτη και ο δεύτερος με το ρέμα της Αγίας Βαρβάρας (Δράμας) που μπαίνει απ’ τα αριστερά.

Στον κάμπο των Σερρών ο Αγγίτης, που κατά τη βυζαντινή εποχή ονομάζονταν Πάνακας*, μπαίνει απ’ τις Πόρτες (Πόρτα= Πύλη= δίοδος στενή), ένα περίφημο φαράγγι με πλούσια βλάστηση.

*Υπάρχουν δύο εκδοχές για την ονομασία Πάνακας:
-από τους Παναίους, που κατοίκησαν στην περιοχή του Αγγίτη κατά την αρχαιότητα.
-Πάνακας λεγόταν κατά την αρχαιότητα το χωριό Συμβολή που από γλωσσική δυσκαμψία των Σλάβων διεστράφηκε σε Μπάνιτσα.
Στην κοιλάδα του Αγγίτη κατά την αρχαιότητα κατοίκησαν οι Παναίοι.

Μέχρι τον Αγγίτη έφτανε και η περιοχή στην οποία κατοικούσαν οι Ηδωνοί (κάτοικοι στο βόρειο Παγγαίο), γεννήτορες της «Οργιαστικής» θρησκείας του Διόνυσου.

Κατά τα ρωμαϊκά χρόνια ο δρόμος Φιλίππων – Ηράκλειας Σιντικής περνούσε από τον ποταμό Αγγίτη κοντά στο Σ.Σ. Αγγίστας, όπου υπήρχε και ρωμαϊκός σταθμός με την ονομασία Angites.

Η κατεύθυνση της μεγάλης ρωμαϊκής τοξωτής γέφυρας που σώζεται μέχρι σήμερα κοντά στο Σ.Σ. Αγγίστας δείχνει ότι στη γέφυρα θα πρέπει να συναντιόταν ο δρόμος Φιλίππων-Ηράκλειας Σιντικής με μια άλλη κάθετη διακλάδωση της Εγνατίας οδού που είχε αφετηρία την Αμφίπολη.

Λιθόστρωτα τμήματα του δρόμου αυτού εντοπίστηκαν στην τοποθεσία «Φραγκάλα», περίπου δύο χιλιόμετρα νότια από το χωριό Δραβήσκος, δηλ. κοντά στο χωριό της αρχαίας Δραβήσκου.