Γράφουμε αφήνοντας πίσω τον Κύριο Κόραντ, με αφορφή τον πίνακα του Χρ. Μελλίδη « Ο Μάστορας»

Κείμενο της Θάλεια Καμπουρίδου-Δημοσιογράφου, Μέλος ΕΣΗΕΜ-Θ

Κάθε φορά που ακούω τις φράσεις «γειά σου ρε Μάστορα!», ή «είσαι μεγάλος Μάστορας», τον θυμάμαι. Απ’ όλα έπιαναν τα χεριά του: από υδραυλικά και ηλεκτρολογικά, μέχρι ξυλουργικές και σιδηρουργικές εργασίες. Όλα τα μερεμέτια του συνοικισμού της Παναγίας, στο Κατακονόζη όπου έμενε, αγόγγυστα και αποτελεσματικά, αυτός τα αναλάμβανε και ας μην τον αποκαλούσε ποτέ κανείς «Μάστορα». Με τα σημερινά επαγγελματικά δεδομένα θα έλεγες ότι ήταν οικοδόμος, αλλά όποιον και να ρωτούσες στον συνοικισμό εκείνα τα χρόνια θα σου απαντούσε πως τα γιαπιά ήταν το σπίτι του Βαγγέλη. Αυτό ήταν το όνομά του, έστω και αν δεν το χρησιμοποιούσε κανείς για να τον φωνάξει…

Πεντάρφανος από γονείς και στενούς συγγενείς, μια ξεχασμένη θεία της μάνας του τον φρόντισε για κάποια χρόνια και μετά ανέλαβε η γειτονιά και οι μικροεργολάβοι , που από τα μικράτα του δούλευε στις κατασκευές τους. Μέσα στον ασβέστη ,στις λάσπες και στα τσιμέντα μεγάλωσε. Ξεκίνησε από «τσιράκι», έγινε «κάλφας» και έφτασε «πρωτομάστορας». Είχε την τέχνη για το καλύτερο χαρμάνι, ενώ από τις αρετές του η εργατικότητα συναγωνιζόταν με τη φιλοτιμία, την εντιμότητα και την ντομπροσύνη. Λίγα τα λόγια του, χαμηλά το βλέμμα του, συνεσταλμένος.

Γύρω στα 25 τον θυμάμαι. Μετρίου αναστήματος, καλοφτιαγμένος και πάντα καθαρός και περιποιημένος στις εξόδους του. Πιστός φίλος του –μπορεί και παρηγοριά του- ένα τσιγάρο που είχε σχεδόν πάντα λοξά στα χείλη. Χαρακτηριστικός ο τρόπος που το κρατούσε, με τον αντίχειρα και τον δείκτη, όπως εξίσου χαρακτηριστική ήταν και η περπατησιά του. Βήμα συρτό, με το κέντρο βάρους προς τα δεξιά, καθώς το δεξί του πέλμα ήταν πάντα γερμένο προς τα αριστερά. Όταν Βαγγέλης στεκόταν όρθιος και ακίνητος, ούτε που καταλάβαινες το γενετήσιο «κουσούρι» του , αλλά όταν περπατούσε – παρότι γρήγορα και σταθερά- η χωλότητα ήταν εμφανής.

Ποια «χωλότητα» δηλαδή και ποια «διαταραχή της βάδισης», που θα λέγαμε και σήμερα. Από όταν πρωτοπερπάτησε «κουτσό» τον ανέβαζαν «κουτσοπόδαρο» τον κατέβαζαν, για να καταλήξουν στο «κούτσαβλο», που παγιώθηκε πάνω του και σαν όνομα και σαν επίθετο…

Κοινοποίηση
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •