Κ. Μπούμπας- Μ. Αθανασίου: «Οι ορφανοί (τέκνα) & οι χαμηλοσυνταξιούχοι ως “όμηροι” μιας παρατεινόμενης αδικίας»


Ερώτηση προς τους Υπουργούς Εθνικής Άμυνας και Εργασίας, κατέθεσαν οι Βουλευτές της Ελληνικής Λύσης Σερρών Κώστας Μπούμπας και Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών Μαρία Αθανασίου, σχετικά με τις αναφορές του Σωματείου Οικογενειών Ενόπλων Δυνάμεων, πως υφίσταται ένα σοβαρό θέμα ανισότητας και αδικίας, που προκύπτει για τους συνταξιούχους από μεταβίβαση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, ως τέκνων ασφαλισμένων θανόντων όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, των οποίων οι γονείς έφυγαν από τη ζωή, πριν από την θέση σε ισχύ του «νόμου Κατρούγκαλου».

Το πλήρες κείμενο της ερώτησης έχει ως εξής:
«Κύριοι Υπουργοί,
Όπως πληροφορούμαστε από το Σωματείο Οικογενειών Ενόπλων Δυνάμεων, υφίσταται ένα σοβαρό θέμα ανισότητας και αδικίας, που προκύπτει για τους συνταξιούχους από μεταβίβαση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος, ως τέκνων ασφαλισμένων θανόντων όλων των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, των οποίων οι γονείς έφυγαν από τη ζωή, πριν από την θέση σε ισχύ του «νόμου Κατρούγκαλου» (Ν. 4387/2016), δηλαδή, μέχρι τις 12/5/2016. Λόγω της βίαιης αλλαγής του συνταξιοδοτικού πλαισίου με το νόμο αυτό, επήλθαν, μεν, ευνοϊκές αλλαγές για τους συνταξιούχους της κατηγορίας αυτής, των οποίων οι γονείς έφυγαν από τη ζωή, μετά την θέση σε ισχύ του ως άνω νόμου, οι οποίες, όμως, δεν εφαρμόστηκαν, ούτε επεκτάθηκαν στους ήδη, κατά την ημέρα εκείνη, δικαιούχους.

Οι νομοτεχνικές αυτές αβλεψίες είχαν ως συνέπεια την διαφοροποιημένη αντιμετώπιση των συνταξιούχων, πλέον, παιδιών, φοιτητών και νέων, η οποία δεν εδράζεται σε καμία λογική βάση. Συγκεκριμένα, σε όσους έγιναν συνταξιούχοι αυτής της κατηγορίας, μετά την έναρξη ισχύος του «νόμου Κατρούγκαλου» επιτρέπεται, με μόνη προϋπόθεση την αγαμία ή την μη σύναψη συμφώνου συμβιώσεως ως το 24ο έτος (οπότε και χορηγείται η σύνταξη), να εργάζονται. Αντίθετα, για τους «παλιούς δικαιούχους σύνταξης», προκειμένου να χορηγηθεί η σύνταξη μετά το 18ο έτος της ηλικίας τους, απαιτείται να μην εργάζονται και να σπουδάζουν (και μάλιστα σε τυπικά αναγνωρισμένη βαθμίδα δημόσιας ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης, με συνέπεια να απολείπονται εκτός οι σπουδαστές σε ΙΕΚ/Κολλέγια κλπ.). Αποτέλεσμα αυτής της διαφοροποίησης είναι να μένουν πολλά νέα παιδιά ανασφάλιστα, να μην δικαιούνται των λοιπών προνοιακών επιδομάτων, ούτε δε και εκείνων των επιδομάτων που δίνονται σε μη σταθερή βάση (όπως το επίδομα χαμηλοσυνταξιούχων). Το ζήτημα, όμως, δυστυχώς, είναι ακόμα πιο σύνθετο. Με κάθε αλλαγή της κατάστασής τους, τα νέα παιδιά του παλαιού καθεστώτος οφείλουν να αποστέλλουν δικαιολογητικά φοίτησης στον εκάστοτε αρμόδιο φορέα του ΕΦΚΑ και το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους.

Λόγω, όμως, του φόρτου εργασίας και της γραφειοκρατίας, η επεξεργασία του παραπάνω αιτήματος μπορεί να διαρκέσει ως και 1,5 χρόνο, διάστημα κατά το οποίο, ο ως άνω δικαιούχος σύνταξης, ούτε λαμβάνει σύνταξη, ούτε μπορεί να εργαστεί για να συμπληρώσει κάποιο εισόδημα, που θα του επιτρέψει να ζήσει, ενώ, ταυτόχρονα, μένει εκτός περίθαλψης και τυχόντων επιδομάτων, όπως αυτών των επικουρικών ταμείων (ΜΤΣ). Περαιτέρω, με την συμπλήρωση του ελάχιστου αριθμού εξαμήνων που απαιτούνται για την λήψη πτυχίου στην εκάστοτε σχολή, πρέπει να σταλούν πάλι δικαιολογητικά, που να αποδεικνύουν την συνέχιση της φοίτησης, τα οποία θα εκτιμηθούν, πάλι, αφού παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα, με αποτέλεσμα, ο δικαιούχος σύνταξης νέος να «φυλακίζεται» εντός μιας άκρως βασανιστικής γραφειοκρατικής διαδικασίας. Τέλος, όταν τα αναμενόμενα χρήματα καταβάλλονται, υπόκεινται στον ενιαίο φόρο εισοδήματος αναδρομικών, ύψους 22%, παρ’ όλο που οι περισσότεροι συνταξιούχοι αυτού του τύπου, ούτε έχουν εισοδήματα που να ξεπερνούν την κατώτατη φορολογική βαθμίδα (9%), ούτε ευθύνονται για την καθυστέρηση καταβολής των σχετικών ποσών πέραν του έτους εντός του οποίου τα αιτήθηκαν, υποβάλλοντας τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την καταβολή τους. Η διαδικαστική γραφειοκρατική επιβάρυνση των τμημάτων μεταβολών των Ασφαλιστικών Φορέων είναι εξίσου σημαντική, αφού προκύπτει μια (ανώφελη) δαπάνη πολλών εργατοωρών για τον- εκ των υστέρων- υπολογισμό των καταβλητέων ποσών και για τον ορθό διαμοιρασμό των τελευταίων μεταξύ των δικαιούχων τέκνων, με όλους τους περαιτέρω επανυπολογισμούς, όπου αυτό απαιτείται κλπ. Τα προηγούμενα αποτελούν λίγες μόνον από τις παράπλευρες απώλειες μιας ρυθμιστικής αδικίας, που παραμένει ακόμα σε ισχύ, εδώ και 7 χρόνια.

Με δεδομένα όλα τα παραπάνω,
Ερωτώνται οι κ. Υπουργοί:
Προτίθεσθε να εξομοιώσετε τις προϋποθέσεις συνταξιοδοτικού δικαιώματος υπέρ των τέκνων των θανόντων συνταξιούχων που θεωρούνταν ως απαραίτητες πριν την θέση σε ισχύ του νόμου Κατρούγκαλου με τις αντίστοιχες ισχύουσες για όσους θεμελίωσαν συνταξιοδοτικό δικαίωμα μετά, ούτως ώστε να μειωθούν η γραφειοκρατία, η ταλαιπωρία και τα διλήμματα των δικαιούχων συνταξιούχων, φοιτητών και νέων, οι οποίοι βρίσκονται από τα πρώτα χρόνια της ενηλικίωσής τους αντιμέτωποι με έναν μη φιλικό απέναντί τους κρατικό μηχανισμό, που θα έπρεπε να τους στηρίζει αντί να τους ‘καταδιώκει’;».

Κοινοποίηση