Της Πόπης Χαριτωνίδου- Γαρούφα
Συγγραφέας- Αρχαιολόγος- Ιστορικός τέχνης
Η συγκεκριμένη λάρνακα φέρει επιγραφή που μας δίνει στοιχεία για την προσωπική ιστορία του Ισιδώρου, μια μαρτυρία μοναδική για τη ζωή και την κοινωνική του θέση.
Η επιγραφή φαίνεται να γράφει: «ΙΣΙΔΩΡΟΥ ΤΕΛΕΣΦΟΡΟΥ ΕΑΥΤΩ ΖΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΒΙΩ ΕΥΤΥΧΥΔΙ ΚΑΤΕΣΚΕΥΑΣΕΝ».
Η απόδοση στα ελληνικά: «Ο Ισίδωρος, γιος του Τελέσφορου, ενόσω ζούσε, κατασκεύασε αυτό για τον εαυτό του και τη συμβία του Ευτυχίδα».
Μπορεί να αναλυθεί ως εξής:
Ισίδωρος Τελεσφόρου: Ο Ισίδωρος είναι ο γιος του Τελεσφόρου. Ο Τελέσφορος ήταν πιθανόν το όνομα του πατέρα του, που συχνά χρησιμοποιούνταν για να δηλωθεί η καταγωγή.
Εαυτώ Ζών και Συμβιώ: Η φράση δηλώνει ότι ο Ισίδωρος κατασκεύασε το μνημείο για τον εαυτό του ενώ βρισκόταν ακόμα στη ζωή, καθώς και για τη σύντροφό του, κάτι που δείχνει την επιθυμία του να τιμήσει τη μνήμη τους και τη συμβίωσή τους.
Ευτυχιδί: Δηλώνει πιθανόν εκτός το όνομα της συζύγου και ότι η συμβίωση ήταν ευτυχισμένη, πιθανώς με έμφαση στη συντροφικότητα και την ευημερία που μοιράζονταν.,
Κατεσκεύασεν: Η λέξη δηλώνει την ενέργεια της κατασκευής, υποδεικνύοντας ότι ο Ισίδωρος πιθανώς είχε τα μέσα και την πρόθεση να δημιουργήσει ένα μνημείο ή τάφο που θα τους τιμούσε.
Η επιγραφή δείχνει ότι ο Ισίδωρος το κατασκεύασε για τον ίδιο και τη σύζυγό του, πιθανώς ως ένδειξη πρόβλεψης για τη μετά θάνατον μνήμη και τιμή.
Ο Ισίδωρος υπογραμμίζει τη σημασία της συζυγικής σχέσης, κάτι που ήταν αρκετά συνηθισμένο στις επιγραφές αυτής της περιόδου.
Η φράση «εαυτώ ζων» αναφέρεται στο ότι το μνημείο φτιάχτηκε ενόσω ήταν ζωντανός, κάτι που μπορεί να αντανακλά τη μέριμνα για τη μνήμη και την υστεροφημία, χαρακτηριστικό των αρχαίων παραδόσεων.
Το ότι κατασκεύασε το μνημείο «αυτώ ζων και συμβιώ» μπορεί να υποδεικνύει ότι ήταν κάποιο εξέχον πρόσωπο στην περιοχή της Αμφίπολης, ίσως με κοινωνική ή οικονομική σημασία, αλλά η απουσία περαιτέρω αναφορών καθιστά την ερμηνεία περιορισμένη.
Η επιγραφή ενισχύει την κατανόηση της νοοτροπίας για την προσωπική φροντίδα και την οικογενειακή ενότητα στην ταφική τέχνη και αρχιτεκτονική.
Για λεπτομέρειες ή ενδεχομένως περισσότερα στοιχεία, θα ήταν απαραίτητη μια επί τόπου ανασκαφική ή αρχειακή έρευνα που να εστιάζει στην περιοχή και στην επιγραφή. Ανάλογες επιγραφές και ιστορικές πηγές μπορούν να αναζητηθούν σε μουσεία όπως το Επιγραφικό Μουσείο, το οποίο συγκεντρώνει επιγραφές της αρχαιότητας (π.χ., από την περιοχή της Μακεδονίας).
Η κακή διατήρηση ενός τέτοιου αντικειμένου όχι μόνο καταστρέφει την υλική μαρτυρία αλλά και υπονομεύει τη δυνατότητα μελέτης και κατανόησης του παρελθόντος.
Το γεγονός ότι το αντικείμενο έχει μείνει «παραπεταμένο» έξω από το τείχος για δεκαετίες δείχνει ελλιπή φροντίδα από την αρχαιολογική υπηρεσία. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της προστασίας και ανάδειξης των αρχαιοτήτων που επιτάσσει ο ρόλος της υπηρεσίας.
Η έκθεση της λάρνακας σε φυσικές συνθήκες (βροχή, ήλιος, υγρασία) επιταχύνει τη φθορά του λίθου, ενώ υπάρχει και ο κίνδυνος βανδαλισμού ή ακόμη και κλοπής. Τέτοια αντικείμενα θα έπρεπε να
βρίσκονται σε ασφαλές και προστατευμένο περιβάλλον, όπως ένα μουσείο.
Το γεγονός ότι η λάρνακα, που φέρει και προσωπικά στοιχεία του ενοίκου της, βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση εγείρει ζητήματα σεβασμού προς τους νεκρούς και την ιστορία.
Η αρχαιολογική υπηρεσία οφείλει να:
Καταγράψει και προστατεύσει άμεσα το εύρημα, μεταφέροντάς το σε ασφαλή χώρο.
Προβεί σε αποκατάσταση και συντήρηση του αντικειμένου.
Ενημερώσει το κοινό για τη σημασία του εύρηματος μέσω εκπαιδευτικών δράσεων ή εκθέσεων.
Η εικόνα αυτή είναι ενδεικτική της ανάγκης για αναμόρφωση της πολιτικής διαχείρισης αρχαιοτήτων στην Ελλάδα, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.