
Του Δημήτρη Καστώρη- vradini.gr
Ογδόντα τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται από τη 17η Οκτωβρίου 1941, όταν οι ναζιστικές δυνάμεις κατοχής εκτέλεσαν 235 άμαχους Έλληνες στα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια Σερρών, γράφοντας μία από τις πιο μαύρες σελίδες της ιστορίας της Μακεδονίας και της Ελλάδος.
Τα δύο χωριά ισοπεδώθηκαν ολοκληρωτικά από τις φλόγες της Βέρμαχτ, με μοναδικά όρθια κτίσματα που απέμειναν να είναι οι εκκλησίες των δύο χωριών.
Ήταν ξημερώματα της 17ης Οκτωβρίου, όταν δύο λόχοι του 220ού Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ, υπό τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ και Σράινερ, περικύκλωσαν τα χωριά.
Οι άνδρες ηλικίας 16 έως 60 ετών συνελήφθησαν και συγκεντρώθηκαν στις θέσεις «Αλώνια» και «Κούτρες», ενώ 23 υπερήλικες οδηγήθηκαν στα κοινοτικά καταστήματα και κλειδώθηκαν εκεί.
Οι γυναίκες και τα παιδιά φυλακίστηκαν αρχικώς στα σχολεία, προτού τους επιτραπεί να πάρουν λίγα υπάρχοντά τους και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία.
Στις 9:00 π.μ., μια φωτοβολίδα σημάδεψε την έναρξη του ολοκαυτώματος.
Τα πολυβόλα άνοιξαν πυρ και μέσα σε λίγα λεπτά 235 ψυχές έπεσαν νεκρές: 130 από τα Άνω Κερδύλια, 80 από τα Κάτω και 25 ετεροδημότες.
Οι τραυματίες εκτελέστηκαν ένας προς ένας με «χαριστική βολή». Στη συνέχεια, οι ναζί έκαψαν τα χωριά με εύφλεκτο υλικό. Από το μαρτύριο σώθηκαν μόνο ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας, καθώς και οι υπερήλικες που υποχρεώθηκαν να θάψουν τους νεκρούς.
Η ναζιστική διοίκηση επικαλέστηκε ως πρόσχημα τη δράση της πρώτης οργανωμένης ελληνικής αντάρτικης ομάδας “Οδυσσέας Ανδρούτσος”, που δρούσε στο όρος Κερδύλιο. Από τον Σεπτέμβριο του 1941 η ομάδα πραγματοποιούσε επιχειρήσεις κατά των δυνάμεων κατοχής, κατασχέσεις οπλισμού και τροφίμων και ενημερωτικές συγκεντρώσεις κατοίκων.
Τα δύο χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν ποτέ
Στις τάξεις της συμμετείχαν και δύο Νεοζηλανδοί στρατιώτες, ο λοχαγός Σαμ και ο συνοδός του, οι οποίοι είχαν αποκοπεί από τη μονάδα τους μετά τη Μάχη της Κρήτης και προσπαθούσαν να διαφύγουν προς την Τουρκία.
Παρά τη φρίκη και το μέγεθος της καταστροφής, το Ολοκαύτωμα των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε επισήμως μόλις το 1998, ύστερα από επίμονες προσπάθειες των επιζώντων και των απογόνων τους.
Τα δύο χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν ποτέ. Οι διασωθέντες ίδρυσαν τα Νέα Κερδύλια, κοντά στη θάλασσα, όπου συνεχίζουν να τιμούν κάθε χρόνο τη μνήμη των θυμάτων.
Καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος του αείμνηστου Μόσχου Γκάλιου, προέδρου της Κοινότητας Νέων Κερδυλίων (1983–1999), ο οποίος συνέβαλε στην έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος υπ’ αριθ. 399/1998, με το οποίο ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Στεφανόπουλος χαρακτήρισε τα Κερδύλια Μαρτυρικό Χωριό.
Ο καθηγητής Ιωάννης Παπασυμεών από το γειτονικό Αηδονοχώρι υπήρξε από τους πρώτους που επεσήμαναν την απουσία του γεγονότος από τα σχολικά βιβλία και ανέλαβε να συγκεντρώσει τις μαρτυρίες των επιζώντων παιδιών και χηρών.
Το 1950 ανεγέρθηκαν δύο οστεοφυλάκια στους τόπους εκτέλεσης, ενώ το 1978 χτίστηκε κεντρικό μνημείο στη διασταύρωση που οδηγεί στα κατεστραμμένα χωριά, με τα ονόματα όλων των θυμάτων.
Στις ετήσιες εκδηλώσεις μνήμης παρίστανται εκπρόσωποι του Ελληνικού Κράτους και της Γερμανίας.
Το 2002 τίμησε με την παρουσία του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος, ενώ το 2024 παρέστη ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Δημήτριος Χούπης, του οποίου ο παππούς ήταν ανάμεσα στους εκτελεσθέντες.
Πηγή: vradini.gr




















