
Του Δημήτρη Καστώρη
Η Πρωτομαγιά στο Αηδονοχώρι ήταν πάντοτε μια γιορτή δεμένη με την εξοχή, τα λουλούδια, τα στεφάνια, το φαγητό, το τραγούδι, τον χορό και την παρέα. Ήταν η μέρα που οι άνθρωποι άφηναν για λίγο τις δουλειές και τα σπίτια τους και έβγαιναν έξω, στη φύση, για να καλωσορίσουν τον Μάη με τον δικό τους τρόπο.
Άλλοτε στο Μοναστήρι του Αη Γιάννη, άλλοτε στη Μαλάθρια, στα εξωκλήσια του Αη Κωνσταντίνου και του Αη Γιώργη, στου Μωραΐτη τον Μύλο, στον Παλιότρονο το Λάκκο και σε τόσα άλλα όμορφα σημεία του τόπου, οι κάτοικοι του χωριού γιόρταζαν την Πρωτομαγιά με απλότητα, χαρά και ζωντάνια.
Οι μνήμες αυτές διασώζονται και μέσα από το βιβλίο «Χαϊρλίδικα, Αηδονοχώρι Σερρών – Οδοιπορικό στα χρόνια» της Έφης Τσιτκάνου, όπου καταγράφεται η αφήγηση του Ευάγγελου Λογοθέτη, τον Φεβρουάριο του 1977. Εκεί η Πρωτομαγιά στο Αηδονοχώρι περιγράφεται με τον αυθεντικό ντόπιο λόγο:
«Τ’ Προυτουμαγιά βγαίνουμι σ’ν εξουχή. Εκεί ψήνουμι τ’ αρνιά, γλεντάμι και χουρεύουμι. Μαζεύουμι λουλούδια κι κάμνουμι στιφάνια, που τα κριμνούμι στ’ μπόρτα τ’ σπιτιού.
Τ’ μέρα αυτήν άμα ακούσουμι τουν κούκου νησ’κοί (=νηστικοί), λέμε ότι ου κούκους μας σπάζ’ τα χρόνια. Άμα όμως τουν ακούσουμι φαγουμέν’, τότε δε μας σπάζ’».
Η έξοδος στην εξοχή, το ψήσιμο των αρνιών, το γλέντι, ο χορός και τα στεφάνια από λουλούδια αποτελούσαν βασικά στοιχεία του εθίμου. Το στεφάνι της Πρωτομαγιάς, φτιαγμένο από αγριολούλουδα, κρεμιόταν στην πόρτα του σπιτιού, ως σημάδι χαράς, αναγέννησης και ευχής για καλή χρονιά.
Μαζί με τις μνήμες της Πρωτομαγιάς έρχονται και οι παλιές παροιμίες του Μάη, που έλεγαν οι άνθρωποι του τόπου και που αποτύπωναν τη λαϊκή σοφία, την αγροτική ζωή και την παρατήρηση της φύσης:
«Τουν Μάη παντρεύουντι οι γαϊδάρ’»
«Ζήσε Μάη να φας τριφύλλι»
«Μήτε Αύγουστο κρασί, μήτε τον Μάη στάρι»
«Καιρός πουλάει τα λάχανα, κι ο Μάης τα λουλούδια»
«Αν ρίξει ο Απρίλης τρεις βροχές κι ο Μάης άλλες δύο, να δεις σταφύλια σαν παιδιά και πίτες σαν αλώνια»
«Ο Απρίλης με τα λουλούδια κι ο Μάης με τα ρόδα»
Ιδιαίτερη θέση στις ανοιξιάτικες συνάξεις είχαν και τα τραγούδια. Ένα από τα όμορφα και ρυθμικά τραγούδια που τραγουδούσαν την άνοιξη και την Πρωτομαγιά, όταν έβγαιναν στην εξοχή και έκαναν κούνιες, ήταν και «Η Γαρυφαλλιά»:
«Γαρυφαλλιά μου πράσινη, καλέ,
πότε θα κοκκινίσεις;
Να κόψω ένα γαρύφαλλο, καλέ,
να κάνω ένα φουρκάλι.
Να φουρκαλώ τις θάλασσες, καλέ,
να αράξουν τα καΐκια.
Κι ένα καΐκι άραξε, καλέ,
στου βασιλιά την πόρτα.
Κι ο βασιλιάς δεν ήταν κει, καλέ,
μόν’ ήταν τρεις κοπέλες.
Η μια κεντούσε το σταυρό, καλέ,
κι άλλη το ζαρκάδι.
Κι η τρίτη η καλύτερη, καλέ,
κεντούσε μαξιλάρι,
για να κοιμάται ο βασιλιάς, καλέ,
να τον ζαλίζει ο ύπνος».



















