
Του Δημήτρη Κ. Χατζηπαναγιώτου*
Ο «διάλογος» Αθηναίων και Μηλίων κατά τη διάρκεια του ειδεχθούς και αδελφοκτόνου Πελοποννησιακού Πολέμου, όπως γλαφυρά τον έχει αποτυπώσει ο Θουκυδίδης στο Πέμπτο Βιβλίο (Θουκυδίδου Ἱστορίαι, 5.{84-116), έχει δραματική επικαιρότητα, όχι μόνο ως ιστορική παρακαταθήκη για το έθνος μας, αλλά γενικότερα για την ανθρωπότητα, που βιώνει διαχρονικά ανάλογους «διαλόγους» μεταξύ του αμοραλιστή ισχυρού και της θαρραλέας – σε σημείο αυτοθυσίας – αντίστασης του αδύναμου. Δυστυχώς, εν έτει 2022 το ιστορικό αυτό περιστατικό μεταξύ Αθηναίων και Μηλίων επαναλαμβάνεται με άλλους πρωταγωνιστές, με πιο απεχθή χαρακτηριστικά και με άλλα θύματα, ήτοι τον απλό λαό στην καθημαγμένη Ουκρανία. Διαχρονικό συμπέρασμα είναι πως η ανερυθρίαστη και κυνική αλαζονεία της ισχύος επιδιώκει να επιβληθεί παντί τρόπῳ στον αδύναμο.
Ας προσεγγίσουμε τα ιστορικά γεγονότα, όπως διαδραματίστηκαν πριν από 2438 περίπου χρόνια και ας προσπαθήσουμε να τα συγκρίνουμε με τον πόλεμο της Ουκρανίας που έχει στιγματίσει την ανθρωπότητα. Άλλωστε, όπως εύστοχα είπε και ο Ευριπίδης, ὄλβιος ὅστις τῆς ἱστορίης ἔσχεν μάθησιν.
Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος βρισκόταν ήδη στο 16ο έτος του και, ενώ ακόμα διαρκούσε η Νικίειος Ειρήνη που είχαν συνάψει -εκόντες άκοντες- Αθηναίοι και Σπαρτιάτες, επιχείρησαν οι πρώτοι να εκβιάσουν τους Μήλιους να συμμετάσχουν στην κατ’ ευφημισμό Αθηναϊκή Συμμαχία, μολονότι οι Μήλιοι ήταν άποικοι των Λακεδαιμονίων και είχαν μείνει ως τότε ουδέτεροι στην αδελφοκτόνα σύγκρουση.
Βασική διαφορά με τη σύγχρονη πραγματικότητα είναι πως στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον η ουδετερότητα έχει καταστεί ουτοπία και ο αδύναμος προσκολλάται – απροσχημάτιστα μάλιστα τις περισσότερες φορές – στον ισχυρό.
Οι Αθηναίοι, λοιπόν, επιδιώκοντας να επιλύσουν οριστικά το ζήτημα της Μήλου, εκστράτευσαν εναντίον της νήσου την Άνοιξη του 416 π.Χ. με πολλαπλάσια στρατιωτική δύναμη από εκείνη που μπορούσαν να αντιπαρατάξουν οι Μήλιοι και «αξιοποίησαν» ταυτόχρονα και άλλους νησιώτες συμμάχους τους. Κατά τραγική ειρωνεία, και η Ρωσία εκμεταλλεύτηκε την όμορη με την Ουκρανία Λευκορωσία ως εφαλτήριο για την -αποτυχημένη ως τώρα- παροχή διοικητικής μέριμνας και διόδου στα στρατεύματά της στην πρώτη φάση της πολιορκίας της πόλεως του Κιέβου και των περιφερειών Κιέβου, Σούμι και Τσερνίχιβ.
Στο επόμενο στάδιο, οι Αθηναίοι στρατοπέδευσαν έξω από τα τείχη της πόλης και έστειλαν προς διαπραγμάτευση πρεσβεία, σε μια προσπάθεια να κάμψουν το φρόνημα και να καθυποτάξουν τους Μηλίους. Οι συζητήσεις έλαβαν χώρα σε κλειστό κύκλο και δε διημείφθησαν μπροστά στους πολίτες της Μήλου.
Σε αυτήν την «περίκλειστη», λοιπόν, συζήτηση αναδύθηκαν όλες οι διαστάσεις του δικαίου της πυγμής. Αντίστοιχα και στη σημερινή σύγκρουση, έχει υπάρξει κρυφή διπλωματία και οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις συνεχίζονται μεσούσης της πολεμικής σύρραξης, με τη διαφορά πως στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη οικονομία ισχυροί οικονομικά πολίτες οικειοποιήθηκαν ανεπιτυχώς και τον ρόλο του μεσολαβητή, όπως ο Ρώσος ολιγάρχης Ρομάν Αμπράμοβιτς.
Ας μη συνεχισθεί όμως η καταγραφή των ομοιοτήτων και των διαφορών, γιατί το απότοκο του «διαλόγου» Αθηναίων και Μηλίων ήταν η βάναυση, κυνική και αιματοβαμμένη κατάληξη των Μηλίων. ΑΣ ΕΛΠΙΣΟΥΜΕ ΠΩΣ Η ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΑΥΤΗ ΔΕ ΘΑ ΒΡΕΙ ΜΙΜΗΤΕΣ ΣΤΗΝ «ΑΝΑΠΤΥΓΜΕΝΗ» ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ ΤΟΥ 2022, αν και, δυστυχώς, βρίθουν οι καταγγελίες για θηριωδίες στην καθημαγμένη από την ανηλεή βομβαρδισμό Ουκρανία.
* Ο γράφων είναι εκπαιδευτικός-φιλόλογος, θεράπων της δημόσιας εκπαίδευσης, υπ. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πατρών, Μ.Α. & Μ. Sc.



















