
Του Μάριου Πενίρη
Με την παρούσα δήλωση εκφράζω με απόλυτη σοβαρότητα και θεσμική ευθύνη την βαθιά αγανάκτηση και ανησυχία μου για τις συνθήκες εργασίας και κοινωνικής λειτουργίας που επικρατούν στη χώρα. Εργάζομαι αδιάκοπα, επενδύοντας αμέτρητες ώρες τόσο στην εργασία μου όσο και στην απαιτητική προετοιμασία που προηγείται κάθε ημέρας. Η επαγγελματική και προσωπική μου ζωή έχει διαμορφωθεί από συνεχείς θυσίες, οι οποίες πλέον ξεπερνούν τα όρια της ανθρώπινης αντοχής.
Την ίδια στιγμή, παρακολουθώ συμπολίτες μου (αστυνομικούς, αγρότες και άλλους εργαζομένους) να εξαντλούνται, να τραυματίζονται, να «ματώνουν» καθημερινά, υπερασπιζόμενοι το κοινωνικό σύνολο ή το εισόδημα της οικογένειάς τους. Αυτοί οι άνθρωποι καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες, ενώ η κυβέρνηση, βουτηγμένη σε διαρκείς υποθέσεις αδιαφάνειας και σκανδάλων, δείχνει συχνά να λειτουργεί με προκλητική αδιαφορία απέναντι στην πραγματικότητα των πολιτών.
Μέσα σε αυτή τη δυσλειτουργική συνθήκη, είμαι αναγκασμένος να θέσω δημόσια τα ερωτήματα που βασανίζουν εμένα- και χιλιάδες ακόμη- εργαζόμενους:
Για ποιο λόγο στερούμαι καθημερινά τον χρόνο που οφείλω στα παιδιά μου;
Γιατί πληρώνω δυσανάλογους φόρους χωρίς να βλέπω την αντίστοιχη ανταπόδοση σε υπηρεσίες, ασφάλεια ή αξιοπρέπεια;
Γιατί θυσιάζω την ψυχική μου υγεία, προκειμένου να είμαι απολύτως συνεπής απέναντι στους συναδέλφους μου και τις υποχρεώσεις μου, ενώ η ίδια η πολιτεία με αντιμετωπίζει με απαξίωση;
Γιατί να αφιερώνω τη μοναδική μου ζωή (που μου δίνεται μία φορά) σε μια χώρα η οποία, μέσα από τις πράξεις και τις παραλείψεις της, μοιάζει συχνά να μη με θέλει;
Η δήλωση αυτή δεν αποτελεί απλή διαμαρτυρία• αποτελεί τεκμηριωμένη και θεσμικά ορθή υπενθύμιση ότι οι πολίτες δεν είναι αναλώσιμοι. Αποτελεί σαφή προειδοποίηση ότι η κοινωνική συνοχή δεν μπορεί να συνυπάρχει με κυβερνητική αλαζονεία, αδιαφορία και έλλειψη λογοδοσίας.
Απαιτώ, όπως και κάθε δημοκρατικός πολίτης, μια πολιτεία που θα σέβεται τον χρόνο, την εργασία, την οικογένεια, την υγεία και την αξιοπρέπειά μου. Μια πολιτεία που θα υπηρετεί τον πολίτη και όχι τον «εαυτό» της.























