
της Ηρώ Σάββιακλη
Στο νοσοκομείο είναι σκοτεινά και κρύα. Εσύ τι έκανες; Είπαν κάτι για κακοποίηση, για μώλωπες, τραύματα, διάσειση. Τι είναι όλα αυτά; Αυτά τα θυμάμαι πάνω μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Δεν έγιναν καθώς έπαιζα. Δεν στραβοπάτησα από τα σκαλοπάτια. Δεν έπεσα από το ποδήλατο, όπως μου είχαν πει να λέω. Είναι σημάδια τιμωρίας γιατί ήμουν κακό παιδί, γιατί δεν άκουσα πάλι την μαμά μου, γιατί ήμουν ζωηρός, γιατί ήμουν ανυπάκουος. Σημάδια στο σώμα που, πριν περάσουν 3 μερόνυχτα, έχουν χαθεί. Σημάδια στο σώμα που, την τέταρτη μέρα, θα επανέλθουν γιατί ήμουν πάλι κακό παιδί, γιατί πάλι δεν άκουσα την μαμά μου, γιατί ήμουν ζωηρός, γιατί ήμουν ανυπάκουος. Σημάδια στην ψυχή. Άσβηστες φλόγες, πυρακτωμένο σίδερο που καίει τα σωθικά μου, μαχαίρι σε πληγή που στάζει αίμα. Αλλά, εσύ τι έκανες;
Σήμερα, μου έστειλες λουλούδια. Σήμερα, μου έφερες σοκολάτες στο κρύο και σκοτεινό μου δωμάτιο. « Αθώο μου, παιδί», ψιθύρισες. Αλλά, εσύ τί έκανες; Σήμερα, μίλησες στους δημοσιογράφους. « Ακουγόταν, συχνά, φασαρία από τον πάνω όροφο», είπες. Είπες, « Είχα δει να τον χτυπάει στο πάρκο!». Αλλά, εσύ τι έκανες; Αναρωτήθηκες, «Μα, καλά, πώς λέγεται γονιός ένας τέτοιος άνθρωπος;» και έσπευσες να καταδικάσεις « Άρον- άρον σταύρωσον αυτόν». Αλλά, εσύ τι έκανες; Μήπως την ίδια ευθύνη δεν φέρεις; Μήπως, την ημέρα εκείνη στο πάρκο, με βοήθησες; « Πού να μπλέκουμε;». Σ’ άκουσα να το λες- μην το αρνείσαι! « Πού να μπλέκουμε;», είπες και έστρεψες το βλέμμα σου από την άλλη. Έτσι, μάλλον, διά μαγείας έγινα αόρατος για σένα, για τον διπλανό σου, για την κυρία στο απέναντι παγκάκι, για τον γείτονα στο σπίτι. Αόρατος! Θεέ μου! Ας γινόμουν αόρατος. Ας σταματούσα, για λίγο, να πονάω. Ας έστρεφε και η μαμά το κεφάλι της από την άλλη και ας γινόμουν αόρατος και για εκείνη. Για λίγο μόνο! Μόνο για λίγο, μέχρι να ξεχάσει τι έκανα. Όμως, εσύ τί έκανες;
Τι έκανες τα βράδια που άκουγες τα ουρλιαχτά μου; Τι έκανες τις ώρες που σφάδαζα από τους πόνους, μόλις έναν όροφο πάνω από εσένα; Εσύ, τι έκανες; « Άρον- άρον σταυρωσον αυτόν», φώναξες σήμερα. Αλλά, εσύ τι έκανες; Πριν λίγες μέρες, με συνάντησες έξω από το σπίτι. Κοίταξες το χαμένο μου βλέμμα, είδες το μελανιασμένο μου μάτι και τα γδαρμένα μου χέρια- ξέρω ότι τα είδες! Σου φώναζα, χωρίς να σου μιλάω. Και, όμως, πάλι έστρεψες το κεφάλι αλλού. Πάλι έγινα αόρατος ως διά μαγείας! Θεέ μου! Ας γινόμουν αόρατος ως διά μαγείας και για την μαμά μου! Σήμερα, με επισκέφτηκε μία κυρία στο κρύο και σκοτεινό μου δωμάτιο. Σήμερα, έμαθα πως η μαμά μου θα φύγει, για λίγο. Θα μείνω, για λίγο, με την γιαγιά μου. Δεν θα είμαι, μου είπε, ξανά αόρατος. « Η μαμά μου, θα τιμωρηθεί;», ρώτησα. « Δεν το ήθελε! Εγώ έφταιγα!». Η μαμά μου θα τιμωρηθεί και το ξέρω. Όμως, εσύ τι έκανες; «Άρον- άρον σταύρωσον αυτόν», φώναξες σήμερα. Αλλά, εσύ τι έκανες; Εσύ, τι θα κάνεις; Εσύ τι κάνεις καθημερινά;
Τα ποσοστά παιδικής κακοποίησης είναι, πλέον, συντριπτικά. Το χειρότερο; Αυξάνονται καθημερινά. Όλο και περισσότερες υποθέσεις έρχονται στο φως και άγνωστο πόσες παραμένουν καλά κεκαλυμμένες πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες, πίσω από χοντρούς τοίχους με την μορφή του ‘κοινού μυστικού’ της γειτονίας, της συνοικίας, του Δήμου ολόκληρου. Ας ανοίξουν τα στόματα, επιτέλους! Ας μιλήσουμε! Ας σταματήσουμε να γινόμαστε συνένοχοι. Ας πάψουμε να είμαστε θεατές στο ίδιο έργο. Όσο πιο γρήγορα αναφέρουμε το περιστατικό στις Αρμόδιες Αρχές τόσο πιο εύκολα θα επέλθει η ίαση, που είναι άμεσα συνυφασμένη με την ηλικία, την σοβαρότητα και την διάρκεια του τραύματος που υπέστη το παιδί. Εσύ θα μείνεις, απλά, θεατής;
*Επιστήμονας Αγωγής και Εκπαίδευσης Προσχολικής και Πρωτοσχολικής Ηλικίας και Ειδική Παιδαγωγός με Ειδίκευση στην Διαπολιτισμική Εκπαίδευση και τη Σχολική Ψυχολογία.
Παιδαγωγός του ΚΔΑΠ « Το Μαγικό Δέντρο», στην Ηράκλεια Σερρών.



















