Αηδονοχώρι Σερρών: Από τον 14ο έως τις αρχές του 20ού αιώνα μέσα από βουλγαρικές και οθωμανικές πηγές (Φωτογραφίες)

Του Δημήτρη Καστώρη

Το Αηδονοχώρι σήμερα είναι ένας μικρός οικισμός του Δήμου Βισαλτίας, νοτιοανατολικά της πόλης των Σερρών, στους πρόποδες του Κερδυλλίου όρους και στη νοτιοδυτική πλευρά του Σερραϊκού κάμπου. Το χωριό εμφανίζεται σε παλιές πηγές, συνδέεται με μεσαιωνικές αναφορές, με τον αγιορειτικό κόσμο, με την περίοδο της σερβικής κυριαρχίας στις Σέρρες, με οθωμανικές και εθνογραφικές καταγραφές του 19ου αιώνα, με την γνωστή σε όλους μας εκκλησία του, ελληνικό σχολείο και τοπωνύμια που άλλαξαν όνομα στον 20ό αιώνα.

Πάμε μέσα από αναφορές και πηγές από τον 14ο έως τον 20ό αιώνα να κάνουμε ένα μικρό ταξίδι, όχι στα αρχαία χρόνια του χωριού μας, αλλά στα βυζαντινά – μεταβυζαντινά, μέχρι την απελευθέρωση της περιοχής και την ένταξη της στο ελληνικό εθνικό κορμό.

Στις πηγές, το συναντούμε ως Αηδονοχώρι, Γαϊδαροχώρι, Gaidarochori, Gaidarohor, Aïdono-khori, Aïdiohor, Gaïdouroh, Айдонохори και Гайдарохоръ. Οι διαφορετικές αυτές μορφές είναι απολύτως λογικές καθώς άλλοτε το όνομα αποδόθηκε στα ελληνικά, άλλοτε στα γαλλικά, άλλοτε στα βουλγαρικά και άλλοτε μέσα από διοικητικές ή εκκλησιαστικές παραδόσεις, αναλόγως με το ποιος κάνει την καταγραφή και για ποιο λόγο. Πίσω από όλες αυτές τις γραφές όμως διακρίνεται ο ίδιος οικισμός της σερραϊκής γης.

(Σπίτια που δεν υπάρχουν πια)

Μία από τις παλαιότερες μνείες που έχουν συνδεθεί βιβλιογραφικά με το Αηδονοχώρι ανάγεται στον 14ο αιώνα. Το χωριό μας το συναντάμε σεε αγιορειτικό έγγραφο που αποδίδεται στον Στέφανο Δουσάν του πρώτου βασιλέα των Σέρβων. Η αναφορά αυτή συνδέεται με χρυσόβουλο του Δουσάν προς αγιορειτικό εξάρτημα της Μονής Χιλανδαρίου, τον λεγόμενο Πύργο της Χρυσής ή Χρουσίας, ο οποίος ταυτίζεται συνήθως με τον Πύργο του Αγίου Βασιλείου, κοντά στον αρσανά της Χιλανδαρίου, στο Άγιον Όρος.

Ο πύργος ήταν αγιορειτικό εξάρτημα της σερβικής Μονής Χιλανδαρίου, στην αθωνική χερσόνησο. Η σύνδεση του χωριού μας με τον πύργο φαίνεται να είναι κτηματική ή διοικητική. Δηλαδή το χωριό αναφέρεται ως περιουσιακό στοιχείο, δωρεά, επικύρωση δικαιώματος ή εξάρτημα που σχετιζόταν με αγιορειτικό ίδρυμα. Για να μιλήσει κανείς με απόλυτη βεβαιότητα, χρειάζεται έλεγχος στο ίδιο το έγγραφο ή στην επιστημονική του έκδοση.

Το ιστορικό πλαίσιο εκείνης της εποχής είναι η σερβική επέκταση του Στέφανου Δουσάν στη Μακεδονία. Ο Δουσάν ήταν βασιλιάς της Σερβίας από το 1331. Το 1345 κατέλαβε τις Σέρρες, ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά κέντρα της Ανατολικής Μακεδονίας. Μετά την κατάληψη της πόλης, ανακήρυξε στις Σέρρες τον εαυτό του αυτοκράτορα. Η σερραϊκή παράδοση και η σχετική βιβλιογραφία συνδέουν την πράξη αυτή με την Παλαιά Μητρόπολη των Σερρών, τον Ιερό Ναό των Αγίων Θεοδώρων.

Η επίσημη στέψη του ως αυτοκράτορα έγινε αργότερα, στις 16 Απριλίου 1346, στα Σκόπια.

Αυτό σημαίνει ότι η περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα το Αηδονοχώρι πρέπει να ιδωθεί μέσα στο περιβάλλον της σερβικής κυριαρχίας που εγκαθιδρύθηκε στην περιοχή των Σερρών μετά το 1345.
Στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το χωριό εμφανίζεται πλέον σε στατιστικές και εθνογραφικές καταγραφές του 19ου αιώνα. Μία από τις πρώτες νεότερες καταγραφές βρίσκεται στην «Εθνογραφία των βιλαετίων Αδριανούπολης, Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης», γαλλόγλωσσο έργο που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1878 ως ανάτυπο από την εφημερίδα «Ταχυδρόμος της Ανατολής» (Courrier d’Orient). Στη βιβλιογραφία συνδέεται με την επεξεργασία στοιχείων από τον Μεθόδιο Κούσεφ και τον Γκεόργκι Γκρούεφ και βασίζεται σε στοιχεία του ανδρικού πληθυσμού του 1873, από τον φόρο bedel-i askeriye, δηλαδή του δηλαδή του οθωμανικού φόρου στρατιωτικής απαλλαγής που κατέβαλλαν οι μη μουσουλμάνοι υπήκοοι, και γι’ αυτό αποτυπώνει κυρίως τον ανδρικό χριστιανικό πληθυσμό του 1873. Εκεί το Αηδονοχώρι εμφανίζεται ως Aïdiohor και αναφέρεται ως χωριό με 156 νοικοκυριά, 28 μουσουλμάνους κατοίκους και 410 Έλληνες κατοίκους. Επειδή η συγκεκριμένη καταγραφή αφορά ανδρικό πληθυσμό, δεν πρέπει να συγκρίνεται μηχανικά με άλλες πηγές που δίνουν συνολικό αριθμό κατοίκων.

Την ίδια χρονιά, το 1878, ο Αλεξάντρ Σινβέ δημοσίευσε στην Κωνσταντινούπολη το έργο «Les Grecs de l’Empire Ottoman. Étude Statistique et Ethnographique». Ο Σινβέ ήταν Γάλλος λόγιος και η εργασία του στηρίχθηκε σε ελληνικά στοιχεία για τους ελληνικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στο έργο του αναφέρει το Αηδονοχώρι ως Aïdono-khori και καταγράφει 1.092 Έλληνες κατοίκους.

Το 1889 ο Στέφαν Βέρκοβιτς, εθνογράφος, λαογράφος, αρχαιολόγος και συλλέκτης που ασχολήθηκε με τη Μακεδονία, δημοσίευσε το έργο «Τοπογραφική-εθνογραφική σκιαγράφηση της Μακεδονίας». Εκεί αναφέρει το χωριό ως Αηδονοχώρι ή Γαϊδαροχώρι. Το περιγράφει ως χριστιανικό χωριό, με μία εκκλησία, ένα σχολείο, δύο χάνια και πέντε καταστήματα. Σημειώνει ότι οι κάτοικοι είναι Έλληνες και ότι το χωριό απέχει έξι ώρες από τις Σέρρες.

Από τον Βέρκοβιτς προέρχεται και η πιο γνωστή αφήγηση για το όνομα του χωριού. Σύμφωνα με όσα κατέγραψε, το χωριό αρχικά λεγόταν Αηδονοχώρι, δηλαδή χωριό των αηδονιών, επειδή το γειτονικό δασύλλιο την άνοιξη γέμιζε από το κελάηδημά τους. Κατά την ίδια διήγηση, κάποτε ο μητροπολίτης των Σερρών επισκέφθηκε το χωριό και επειδή δυσαρεστήθηκε από την υποδοχή, φέρεται να είπε στον διάκονό του ότι αυτό δεν είναι Αηδονοχώρι αλλά Γαϊδαροχώρι. Υπάρχει και η προφορική παράδοση που αναφέρει ότι: κατά τη στιγμή που ο δεσπότης ενδυόταν τα ιερά άμφια, μέσα στο ναό επικρατούσε οχλαγωγία με αποτέλεσμα ένας επίτροπος να αναφωνήσει : «Ε πάψτει! Δεσπότ’ αλλάζουμεί ή γάδαρο τσουλιάζομουμει;», δηλαδή: «Σταματήστε να μιλάτε! Δεσπότη ντύνουμε ή βάζουμε «τσούλια» (παλιά ρούχα ή καννάβινα τσουβάλια) σε γάιδαρο για να μη κρυώνει;). Η φράση, κατά τον Βέρκοβιτς, διαδόθηκε στην περιοχή και έτσι άρχισε να χρησιμοποιείται η παραλλαγή Γαϊδαροχώρι.

Η αφήγηση αυτή δεν είναι επίσημη, αλλά αποτελεί μία λαογραφική εξήγηση, με σκωπτικό χαρακτήρα. Το ενδιαφέρον της όμως βρίσκεται αλλού καθώς δείχνει ότι η ονομασία Αηδονοχώρι θεωρούνταν παλαιότερη και συνδεδεμένη με το φυσικό περιβάλλον του χωριού. Το Γαϊδαροχώρι φαίνεται περισσότερο ως παραφθορά, προσωνύμιο ή μεταγενέστερη λαϊκή χρήση.

(Απόσπασμα από το έργο του Στέφαν Ι. Βέρκοβιτς, Τοπογραφική-εθνογραφική σκιαγραφία της Μακεδονίας, εκδόθηκε στην Αγία Πετρούπολη το 1889. Στο απόσπασμα αυτό διασώζεται μία από τις χαρακτηριστικότερες παλαιές αναφορές στο Αηδονοχώρι, με την παράδοση για την ονομασία του ως «χωριό των αηδονιών»)

Το 1891 ο Γκεόργκι Στρέζοφ, Βούλγαρος εκπαιδευτικός και ερευνητής, δημοσίευσε στη Σόφια, στο περιοδικό της Βουλγαρικής Λογοτεχνικής Εταιρείας, το κείμενο «Δύο σαντζάκια της Ανατολικής Μακεδονίας». Για το Αηδονοχώρι γράφει ότι ήταν αρκετά μεγάλο χωριό, βορειοδυτικά από το Καστρί, με λίγη αλλά πολύ καλά καλλιεργημένη γη. Αναφέρει ότι οι κάτοικοι το καλοκαίρι εργάζονταν στη πεδινή περιοχή. Σημειώνει επίσης ότι κοντά στο χωριό υπήρχε νέο μικρό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη, χτισμένο περίπου δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα (το σημερινό μετόχι του Τιμίου Προδρόμου της Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου του Αγίου Όρους), καθώς και μαρμάρινο σύμπλεγμα με δύο αθλητές. Εδώ ο Στρέζοφ καταγράφει ένα ιδιαίτερο αρχαιολογικό στοιχείο: κοντά στο χωριό, στην περιοχή όπου αναφέρει το μικρό μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη, υπήρχε «ομάδα από μάρμαρο που παρίστανε δύο αθλητές». Η πληροφορία αυτή είναι σημαντική, αλλά προς το παρόν παραμένει δύσκολο να ταυτιστεί με βεβαιότητα. Δεν έχει εντοπιστεί νεότερη καταχώριση που να αναφέρει ρητά το ίδιο μαρμάρινο σύμπλεγμα. Η περιοχή, πάντως, συνδέεται όπως είναι γνωστό άμεσα με την αρχαία Τράγιλο, από όπου είναι γνωστά αρχαιολογικά ευρήματα, ανάμεσά τους και μαρμάρινα γλυπτά ή θραύσματα αγαλμάτων.

Η καταγραφή του Στρέζοφ έχει όμως ένα ακόμη σημείο που χρειάζεται προσοχή. Αναφέρει 120 σπίτια, από τα οποία 70 τα χαρακτηρίζει βουλγαρικά και τα υπόλοιπα τουρκικά. Η εικόνα αυτή διαφέρει παρασάγγας από τις περισσότερες άλλες πηγές, οι οποίες παρουσιάζουν το χωριό ως ελληνικό ή με ελληνικό χριστιανικό πληθυσμό. Για τον λόγο αυτό η μαρτυρία του Στρέζοφ πρέπει να αναφέρεται χωριστά, ως διαφορετική καταγραφή με σαφή στόχο την προπαγάνδα και όχι ως ασφαλές γενικό συμπέρασμα.

Το 1900 ο Βασίλ Κάντσοφ, Βούλγαρος γεωγράφος, πολιτικός και ακαδημαϊκός, δημοσίευσε στη Σόφια το έργο «Μακεδονία. Εθνογραφία και στατιστική», από τη Βουλγαρική Λογοτεχνική Εταιρεία. Πρόκειται για μία από τις βασικές βουλγαρικές στατιστικές αποτυπώσεις της Μακεδονίας στα τέλη της οθωμανικής περιόδου. Στον πίνακά του για την περιοχή των Σερρών, ο Κάντσοφ αναφέρει το χωριό ως «Γайдарохоръ (Айдонохори)» και καταγράφει 1.500 Έλληνες χριστιανούς κατοίκους. Το στοιχείο έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, επειδή προέρχεται από Βούλγαρο ερευνητή και ερχεται σε πλήρη αντίθεση με την καταγραφή του Στρέζοφ.

Το 1905 ο Ντιμίταρ Μίσεφ, γραμματέας της Βουλγαρικής Εξαρχίας, δημοσίευσε στο Παρίσι το γαλλόγλωσσο έργο «La Macédoine et sa Population Chrétienne» δηλαδή «Η Μακεδονία και ο χριστιανικός πληθυσμός της». Στο έργο αυτό το Αηδονοχώρι εμφανίζεται ως Gaïdouroh και ο χριστιανικός πληθυσμός του καταγράφεται ως 1.672 Έλληνες. Αναφέρεται επίσης ότι στο χωριό λειτουργούσε ελληνικό σχολείο. Η μαρτυρία αυτή έχει ενδιαφέρον, επειδή προέρχεται από πρόσωπο συνδεδεμένο με τη Βουλγαρική Εξαρχία τεκμηριωμένο όργανό της βουλγαρικής προπαγάνδας, αλλά για το Αηδονοχώρι καταγράφει ελληνικό χριστιανικό πληθυσμό και ελληνική εκπαιδευτική παρουσία.

Σημαντικό σημείο της τοπικής ιστορίας είναι ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Είναι κοιμητηριακός και ενοριακός ναός του χωριού, βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του Αηδονοχωρίου και υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης. Διαθέτει ξυλόγλυπτο τέμπλο του 1773 και εικόνες του 18ου και του 19ου αιώνα, μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας. Το 1976 χαρακτηρίστηκε προστατευόμενο μνημείο πολιτισμού. Η παλαιότητα του ναού, το τέμπλο και οι εικόνες του δείχνουν ότι το χωριό είχε οργανωμένη ορθόδοξη κοινότητα και ζωντανή λατρευτική παράδοση ήδη από τον 18ο αιώνα.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, το Αηδονοχώρι εντάχθηκε στο ελληνικό κράτος. Στη δεκαετία του 1920 εγκαταστάθηκαν στο χωριό Έλληνες πρόσφυγες από την Τουρκία. Στα στοιχεία του 1928 το χωριό εμφανίζεται ως μεικτό, δηλαδή με γηγενείς και πρόσφυγες, με 7 προσφυγικές οικογένειες και 33 πρόσφυγες κατοίκους. Έτσι το χωριό συνδέθηκε και με τη μεγάλη πληθυσμιακή αλλαγή που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών.

Το 1968, με βασιλικό διάταγμα που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 6 Ιουλίου, μετονομάστηκαν επίσημα αρκετές θέσεις και τοπωνύμια της κοινότητας Αηδονοχωρίου. Παλαιές ονομασίες, πολλές από τις οποίες είχαν οθωμανική ή τουρκική γλωσσική προέλευση, αντικαταστάθηκαν με ελληνικές. Το Μαντέμ έγινε Σιδηρόρεμα, η Σάλτζα έγινε Δάκρυσμα, το Καραντζιλίκι έγινε Σκοτεινόν, το Κιουμκούδι έγινε Σωλήνες, το Τσατακλί έγινε Υπήνεμον, το Παλαντέρσι αποδόθηκε ως Βαλαβέρη Ρέμα, το Καραγατσίκι έγινε Φτελιές και οι Κιουρχαλάδες έγιναν Γουναράδικα. Οι μετονομασίες αυτές ανήκουν στη γενικότερη πολιτική αλλαγής τοπωνυμίων που εφαρμόστηκε σε πολλές περιοχές της Μακεδονίας κατά τον 20ό αιώνα.

Το 2005 οι γέφυρες Δρίστα και Γερούξαλη, κοντά στο Αηδονοχώρι, χαρακτηρίστηκαν μνημεία πολιτισμού. Πρόκειται για ακόμη ένα στοιχείο που δείχνει ότι η περιοχή έχει ενδιαφέρον όχι μόνο για την εκκλησιαστική και πληθυσμιακή της ιστορία, αλλά και για τα μικρά τεχνικά έργα που συνδέθηκαν με την καθημερινή ζωή και τις μετακινήσεις των κατοίκων.

(Το γεφύρι της Δρίστας)

Στο βουλγαρικό και στο σκοπιανό λήμμα της Wikipedia για το χωριό αναφέρονται και πρόσωπα που συνδέονται με το Αηδονοχώρι. Ο Γεώργιος Μπασλής παρουσιάζεται ως επικεφαλής της ελληνικής επιτροπής στο χωριό κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα. Μαζί του αναφέρονται οι Γεώργιος Σερίφης, Δημήτριος Λώτης (καταγράφεται ως Λιώτης), κάποιος από την οικογένεια Μαντίκα (καταγράφεται ως Μαντάκης) και κάποιος Αγγελάκας (καταγράφεται ως Αγγελάκης). Ο Δημήτριος Λώτης αναφέρεται ως Έλληνας αντάρτης και πράκτορας Γ΄ τάξεως. Αναφέρεται επίσης η Νίτσα Τσίτρα, Ελληνίδα τραγουδίστρια, γεννημένη το 1930 και εκλιπούσα το 2021.

Συμφώνως με την απογραφή του 2021 το χωριό αριθμεί 197 κατοίκους.

Κοινοποίηση